Ο «πάπας» της ψηφιακής αντικουλτούρας, του οποίου το έργο λειτούργησε, μεταξύ άλλων, ως πηγή έμπνευσης για το «Respublika» του Λούκας Τβαρκόβσκι που θα δούμε στη Μαλακάσα, σε μια συνέντευξη-ποταμό στη LiFO.
Ήμουν από εκείνους που όταν διάβασα τριάντα χρόνια πριν το πρώτο του βιβλίο, το Cyberia, το οποίο έγινε κάτι σαν ευαγγέλιο της rave γενιάς, και έχοντας ήδη κάνει τα πρώτα βήματα στον ψηφιακό κόσμο, είδα να ανοίγονται ορίζοντες που δεν φανταζόμουν ως τότε. Ήταν σαν να έβρισκα τον «χαμένο εξελικτικό κρίκο» μεταξύ του punk και του cyberpunk, μεταξύ της αντικουλτούρας των ’60s και εκείνης που μόλις ανέτειλε, την οποία ευτύχησα να ζω καθώς συνέβαινε.
Από τότε πολλά άλλαξαν. Η έκρηξη της αντικουλτούρας των ’90s εκτονώθηκε σταδιακά και απορροφήθηκε από το σύστημα που βρήκε σε αυτήν μία ακόμα χρυσή αγελάδα, το ίδιο και η υπέρμετρη αισιοδοξία που συνοψιζόταν στο ρητό «αντίο, παλιέ κόσμε». Το ίντερνετ έγινε ένα νέο Ελντοράντο για αδηφάγες πολυεθνικές και τα σόσιαλ μίντια, από ευχή, κατέληξαν «κατάρα».
Τίποτα ωστόσο δεν παρέμεινε ίδιο, όπως τίποτα δεν παρέμεινε ίδιο μετά τα ’60s – οι «πύλες της ενόρασης» παρέμειναν ανοιχτές για τους πιο θαρραλέους, όπως και η προσδοκία για έναν άλλο κόσμο, με το νέο ρεύμα αντικουλτούρας που διαφαίνεται στον ορίζοντα να έχει περισσότερο πρακτικό παρά καλλιτεχνικό χαρακτήρα, όπως λέει ο συνομιλητής μου.
«Σε μια πραγματικότητα βασισμένη αποκλειστικά στην πληροφορία, σε ένα ολοκληρωτικό ψηφιακό Matrix σαν αυτό που οραματίζονται κάποια “τεχνοφρικιά” της άλλης πλευράς δεν υπάρχει χώρος για τα ανθρώπινα όντα. Τα όντα αυτά, βλέπεις, έχουν επίσης συνείδηση και αισθήματα – οι μηχανές κάνουν απλώς θόρυβο, τον θόρυβο μιας ακατάπαυστης ροής πληροφορίας. Δεν υπάρχει εκεί φιλία, αγάπη, κλάμα, γέλιο».